
Ένα μικρό παιδί που αχνά θυμάμε πλέον, ήρθε πρόσφατα και μου θύμησε πράγματα απο παλιά. Αυτό το παιδί ζει σε ένα νησάκι όμορφο, ήρεμο και τακτοποιημένο, το οποίο όμως είναι περιτριγυρισμένο απο πολλά, αμέτρητα, άγονα μικρά νησάκια, μικρές εξορίες. Είναι χαμένο αυτό το παιδί πλέον, τόσα χρόνια κάθε πράγμα που δεν καταλάβαινε και κάθε τι ανάρμοστο για την οικογένεια του και την κοινωνία του σχημάτιζε και ένα τέτοιο νησάκι μακριά απ΄αυτό. Τα νησάκια αυτά , οι μικρές εξορίες, με τον καιρό γινόντουσαν αμέτρητα σαν μια Ελλάδα διπλάσια απ΄αυτή που ξέρουμε, με την μόνη διαφορά που τα νησάκια είχαν μια παχιά ομίχλη να τα καλύπτει κάνοντας αδύνατο το να δει το μικρό παιδί τι είχε κρύψει εκεί. Η ζωή του ήταν ήρεμη και τακτοποιημένη, ένιωθε μπερδεμένος πλέον γιατί όλα του τα συναισθήματα και η προσωπικότητα του ήταν χαμένες στα διάφορα νησάκια. Γέφυρες δεν είχε φτιάξει, ήταν καταδικασμένος στην αρεστή καθημερινότητα του νησιού που του χτίσαν όλοι. Μία μέρα ένας δυνατός άνεμος ξέσπασε στο "τέλειο" νησί του φέρνοντας του μικρές δόσεις συναισθημάτων που είχαν χαθεί στις μικρές εξορίες, σάστισε, μπερδεύτικε, αποφάσισε να βουτήξει στην θάλασσα, να ξεφύγει απο τις μικρές εξορίες και την μακρινή θλιβερή τους θέα, αλλα και από το προκατασκευασμένο νησάκι που ζούσε.
Κολυμπούσε για μέρες, μήνες, ίσως χρόνια, αλλά όλο στο ίδιο και στο ίδιο νησί έφτανε. Ξαφνικά είδε τον ίδιο του τον εαυτό αλλά μεγαλύτερο, πιο ώριμο να απομακρύνετε. Του φώναξε να τον βοηθήσει αλλά εκείνος έγνεψε όχι, αφήνοντας τον έτσι αιωνίως να παλεύει με την βιτρίνα του κόσμου του και τα νησάκια να κρύβουν τον ίδιο του τον εαυτό σε διάφορα κομάτια πάνω στα χιλιάδες αυτά νησιά.
Παράλληλα, το μεγάλο πια αγόρι ζούσε μια ζωή όπως την ήθελε, αναπτύχθηκε σαν άνθρωπος, έγινε πιο ώριμος, πιο έξυπνος. Κάτι έλειπε όμως, δεν θυμόταν την πρώτες του ανάγκες, τις πρώτες του επιθυμίες, τα παιδικά του χρόνια. Ένιωθε οτι πλησίαζε σε αυτό που ήθελε για να είναι πραγματικά ο εαυτός του, αλλά διαπίστωσε πως πρέπει να σώσει το μικρό αγόρι που άφησε να βασανίζετε μέσα στην θάλασσα περιτριγυρισμένο απο ομίχλη και μπερδεμένο. Γύρισε πίσω αγκάλιασε το αγόρι, του υποσχέθηκε πως δεν θα το ξαναφήσει και μαζί φτιάξαν μια σχεδία να ανακαλύψουν όλα αυτά που δεν καταλάβαινε και ντρεπόταν να δείξει το μικρό αγόρι. Δεν θα είναι εύκολο ταξίδι, αλλά ο ώριμος άντρας μαζί με το φοβισμένο και μπερδεμένο αγόρι θα μετατραπούν σε έναν άνθρωπο που είναι περήφανος με όλη τη σημασία της λέξεως!
ΥΓ Συγνώμη για τα ορθογραφικά, γράφτηκε γρήγορα για να ακολουθήσει τις γρήγορες σκέψεις μου.